Αχ, αχ ω γενεές των θνητών,
πόσον εγώ τη ζωή σας
και το μηδέν ένα τάχω!
Γιατί ποιος άνθρωπος, ποιος,
την ευτυχία χαίρεται αλλιώς,
παρά σα μιαν ονειροφαντασία,
που αφού θα την ονειρευτή
γυρνάει και φεύγει;
Τη δικιά σου τη μοίρα,
τη δικιά σου παράδειγμα παίρνω,
ταλαίπωρε Οιδίποδα,
και τίποτ' απ' τανθρώπινα
δε μακαρίζω.
Αυτός όσο κανείς πιο μακρυά
σαϊτεύοντας κέρδισε
την πιο ασύγκριτη ευτυχία
και αφού ξολόθρεψε, ω Δία,
τη χρησμωδό τη γαμψωνύχη,
πύργος της χώρας μου στυλώθηκε
στο θάνατο καταντικρύ.
Γι' αυτό από τότε
βασιλιάς μου, ω Οιδίπου
ωνομάστηκες και με μεγάλες
τιμές εδοξάστηκες,
στην τρανήν αφεντεύοντας
μέσα τη Θήβα.
Και τώρα ποιος αθλιότερος ν' ακούς,
ποιος σαν κι αυτόν μέσα σε τέτοιες κατάρες
και τέτοιες άγριες συμφορές
να βρέθηκε με μια στροφή της τύχης;
Ω, αλλίμονο σου, Οιδίποδα ξακουστέ,
που εσένα, το παιδί,
το ίδιο με τον πατέρα
λιμάνι φοβερό
σε χώρεσε, νύμφιος να πέσης!
Πώς το δυνάστηκαν, μα πώς
οι πατρικές σου οι αυλακίες
τόσον καιρό, ταλαίπωρε,
αμίλητα να σε υποφέρουν;
Μα σε ήυρε τέλος, δίχως να το θες,
ο χρόνος, π' όλα βλέπει, και τον δίκασε
το γάμο τον κακόγαμο,
που ο ίδιος και γεννούσε και γεννίοταν.
Αλίμονό σου, ω του Λάιου γυιε,
άμποτ' εγώ ποτέ
να μη σε είχα γνωρίση
γιατί πικρά θρηνώ
και από καρδιάς το κλάμα χύνω.
Όμως, να πω και το σωστό,
χάρη σε σένα μπόρεσα
να ξανασάνω εγώ
κι ύπνο στα μάτια μου να δώσω.
Τέταρτο Στάσιμο
Χόρός
Μετάφραση: Ιωάννης Γρυπάρης

