Είναι ωραίο όταν νέοι άνθρωποι που ασχολούνται με τη συγγραφή, έχουν το θάρρος να δημοσιεύσουν κάτι από το υλικό τους και την τόλμη να το δείξουν στον κόσμο. Έτσι, λοιπόν, αφού μίλαγα σε μια φίλη μου για το blog μου και καθώς ήξερα ότι και η ίδια ασχολείται με τη συγγραφή της ζήτησα να μου στείλει κάποια από τα γραπτά της. Χαίρομαι που δεν ντράπηκε και σήμερα εγώ πρώτη από όλους θα δείξω κάτι από τη δουλειά της.
Είναι η εποχή όπου όλα σκοτεινιάζουν και παγώνουν .Ο ουρανός που κάποτε ήταν λαμπερός και καθαρός αρχίζει και θολώνει μαυρίζει αγριεύει όπως η καρδιά σου . Αρχίζεις να καταλαβαίνεις κάποια πράγματα , η αλήθεια ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Μέσα στην ομίχλη του χειμώνα εσύ για πρώτη φορά βλέπεις , καταλαβαίνεις , αποφασίζεις. Είσαι μόνος στο κρύο εγκαταλελειμμένος μέσα στο χιόνι, η δίνη του χειμώνα και εσύ στο κέντρο, σαν ένα ετοιμοθάνατο σπουργίτι που το πρόλαβε η βαριά χειμωνιά. Έτσι νιώθω την καρδιά μου σαν ένα σπουργίτι που δεν πρόλαβε να βρει καταφύγιο γιατί είχα ξεχαστεί από το καλοκαίρι, την ξελόγιασαν οι ακτίνες του ήλιου ,η θάλασσα , το γλυκό καλοκαιρινό αεράκι και δεν σκεφτόταν τίποτα άπλα αισθανόταν ασφάλεια από τη ζέστη. Όμως η κακοκαιρία ξέσπασε βιαστικά ένα βράδυ, οι κεραυνοί και οι αστραπές τρόμαξαν το σπουργίτι η καταιγίδα το αποδυνάμωνε αργά αργά έκλεισε τα μάτια. Όταν επιτέλους τα άνοιξε για πρώτη φορά κατάλαβε πως οι κεραυνοί ήταν εκεί από την αρχή , ο ήλιος και η θάλασσα ήταν απλός ένα τέχνασμα . Τόσο καιρό και δεν είχε προσέξει τίποτα. Μα πως είναι δυνατόν; Η απάντηση είναι μπροστά στα μάτια του. Απλά όλο αυτό τον καιρό το ήξερε βαθιά μέσα του, ήξερε πως το καλοκαίρι ήταν ένα ψέμα , αυτό όμως ήθελε να το πιστεύει ,ήθελε σαν τρελό αυτός ο ήλιος να ήταν πραγματικός ,ο δικός του ήλιος, τόσα πολλά ζητούσε; Μια πραγματικότητα επιθυμούσε, μια αληθινή δίκη του καλοκαιρινή πραγματικότητα. Τον ήλιο εκείνο, το μεγάλο λαμπερό μπαλόνι που κάθε σπουργίτι έχει ένα δικό του , μόνο αυτό ήθελε. Να μπορεί για λίγο να απολαύσει την παράλια του, εκείνη που μόνο αυτό μπορούσε να έχει, η θάλασσα που έκανε την καρδιά του να χτυπάει τόσο δυνατά που σχεδόν πονούσε, αλλά ο πόνος ήταν τόσο γλυκός κάθε φορά που την έβλεπε , κάθε φορά που το κύμα της το ακουμπούσε , ακόμα και η τρικυμία της , τα κύματα που σκάνε με λύσσα στα βράχια ,όλα τα αγαπούσε. Όλα ήταν ένα όνειρο...Γι αυτό ήρθε ο χειμώνας για να του αποδείξει πως δεν αξίζει καλοκαίρια , πως αυτά είναι για άλλους. Έτσι λοιπόν πάντα στη ζωή μας έρχεται ο χειμώνας και μας αφήνει μόνους και το σπουργίτι άφησε την τελευταία του πνοή εκείνη την νύχτα στο πεζοδρόμιο μέσα στο χιόνι.Το πιο δύσκολο από όλα είναι να βρεις ένα άλλο σπουργίτι αν είσαι τυχερός θα το καταφέρεις, αλλά μια συμβουλή αυτή την φορά να το προστατέψεις από τον χειμώνα, αγόρασε ένα χρυσό κλουβί και βάλε το εκεί , θα είναι ασφαλές τουλάχιστον, μακριά από τους κεραυνούς...
Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω τι να πω για το κείμενο, για το λόγο ότι με την Αρετή κάνουμε πολύ παρέα και δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει αντικειμενικότητα στα λόγια μου. Αυτό που έχω να πω είναι ότι πρόκειται για ένα δοκίμιο που ταιριάζει να το διαβάσεις αυτή την εποχή,αλλά και να αναλογιστείς αυτά που εκφράζει. Εγώ το διάβασα ενώ δίπλα μου είχα μια ζεστή κούπα με καφέ και ομολογώ ότι είναι μια πολύ ωραία πρώτη προσπάθεια και ελπίζω να συνεχίσει έτσι...
Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Είναι η εποχή όπου όλα σκοτεινιάζουν και παγώνουν .Ο ουρανός που κάποτε ήταν λαμπερός και καθαρός αρχίζει και θολώνει μαυρίζει αγριεύει όπως η καρδιά σου . Αρχίζεις να καταλαβαίνεις κάποια πράγματα , η αλήθεια ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Μέσα στην ομίχλη του χειμώνα εσύ για πρώτη φορά βλέπεις , καταλαβαίνεις , αποφασίζεις. Είσαι μόνος στο κρύο εγκαταλελειμμένος μέσα στο χιόνι, η δίνη του χειμώνα και εσύ στο κέντρο, σαν ένα ετοιμοθάνατο σπουργίτι που το πρόλαβε η βαριά χειμωνιά. Έτσι νιώθω την καρδιά μου σαν ένα σπουργίτι που δεν πρόλαβε να βρει καταφύγιο γιατί είχα ξεχαστεί από το καλοκαίρι, την ξελόγιασαν οι ακτίνες του ήλιου ,η θάλασσα , το γλυκό καλοκαιρινό αεράκι και δεν σκεφτόταν τίποτα άπλα αισθανόταν ασφάλεια από τη ζέστη. Όμως η κακοκαιρία ξέσπασε βιαστικά ένα βράδυ, οι κεραυνοί και οι αστραπές τρόμαξαν το σπουργίτι η καταιγίδα το αποδυνάμωνε αργά αργά έκλεισε τα μάτια. Όταν επιτέλους τα άνοιξε για πρώτη φορά κατάλαβε πως οι κεραυνοί ήταν εκεί από την αρχή , ο ήλιος και η θάλασσα ήταν απλός ένα τέχνασμα . Τόσο καιρό και δεν είχε προσέξει τίποτα. Μα πως είναι δυνατόν; Η απάντηση είναι μπροστά στα μάτια του. Απλά όλο αυτό τον καιρό το ήξερε βαθιά μέσα του, ήξερε πως το καλοκαίρι ήταν ένα ψέμα , αυτό όμως ήθελε να το πιστεύει ,ήθελε σαν τρελό αυτός ο ήλιος να ήταν πραγματικός ,ο δικός του ήλιος, τόσα πολλά ζητούσε; Μια πραγματικότητα επιθυμούσε, μια αληθινή δίκη του καλοκαιρινή πραγματικότητα. Τον ήλιο εκείνο, το μεγάλο λαμπερό μπαλόνι που κάθε σπουργίτι έχει ένα δικό του , μόνο αυτό ήθελε. Να μπορεί για λίγο να απολαύσει την παράλια του, εκείνη που μόνο αυτό μπορούσε να έχει, η θάλασσα που έκανε την καρδιά του να χτυπάει τόσο δυνατά που σχεδόν πονούσε, αλλά ο πόνος ήταν τόσο γλυκός κάθε φορά που την έβλεπε , κάθε φορά που το κύμα της το ακουμπούσε , ακόμα και η τρικυμία της , τα κύματα που σκάνε με λύσσα στα βράχια ,όλα τα αγαπούσε. Όλα ήταν ένα όνειρο...Γι αυτό ήρθε ο χειμώνας για να του αποδείξει πως δεν αξίζει καλοκαίρια , πως αυτά είναι για άλλους. Έτσι λοιπόν πάντα στη ζωή μας έρχεται ο χειμώνας και μας αφήνει μόνους και το σπουργίτι άφησε την τελευταία του πνοή εκείνη την νύχτα στο πεζοδρόμιο μέσα στο χιόνι.Το πιο δύσκολο από όλα είναι να βρεις ένα άλλο σπουργίτι αν είσαι τυχερός θα το καταφέρεις, αλλά μια συμβουλή αυτή την φορά να το προστατέψεις από τον χειμώνα, αγόρασε ένα χρυσό κλουβί και βάλε το εκεί , θα είναι ασφαλές τουλάχιστον, μακριά από τους κεραυνούς...
ΤΕΛΟΣ.
Από την Αρετή Δεληγιάννη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου